Ασφαλιστικά βάρη του Λήπτη της Ασφάλισης – Ασφαλισμένου

Δωρεάν προσφορά ασφάλισης υγείας

Σύμφωνα με τα ασφαλιστικά βάρη, ο λήπτης οφείλει να ενεργήσει ως εξής, στα τρία στάδια της σύμβασης:

Κατά τη σύναψη της σύμβασης, ο λήπτης οφείλει να προβεί στις λεγόμενες προσυμβατικές δηλώσεις, δηλαδή, να περιγράψει ακριβώς το αντικείμενο που ενδιαφέρεται να ασφαλίσει (περιγραφή του κινδύνου), ώστε ο ασφαλιστής να αποκτήσει σαφή γνώση του κινδύνου που πρόκειται να αναλάβει και να εκτιμήσει εάν θα τον αναλάβει ή όχι καθώς και να υπολογίσει σωστά το ασφάλιστρο.

Η παράβαση αυτής της υποχρέωσης του λήπτη, δηλαδή η κακή περιγραφή του κινδύνου από δόλο, δίνει στον ασφαλιστή το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση, μέσα σε προθεσμία ενός (1) μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης.

Σ’ αυτή την περίπτωση, ο ασφαλιστής θα πρέπει να αποδείξει το δόλο του λήπτη.

Η καταγγελία γίνεται εγγράφως, επιδίδεται στο λήπτη και έχει άμεσα αποτελέσματα.

Εάν επέλθει ο κίνδυνος στο παραπάνω χρονικό διάστημα, ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται να αποζημιώσει τον ασφαλισμένο, ενώ παράλληλα, δικαιούται τα ληξιπρόθεσμα ασφάλιστρα.

Οι συνέπειες αυτές (καταγγελία από τον ασφαλιστή / μη καταβολή ασφαλίσματος) επέρχονται και σε περίπτωση που ο λήπτης αποκρύψει από δόλο αντικειμενικά ουσιώδες στοιχείο έστω και αν δεν τέθηκε σχετική ερώτηση από τον ασφαλιστή.

Η παράβαση αυτής της υποχρέωσης από αμέλεια του λήπτη, δίνει στον ασφαλιστή, εναλλακτικά, το δικαίωμα καταγγελίας ή τροποποίησης της σύμβασης, μέσα σε διάστημα ενός (1) μήνα από τότε που έμαθε για τα περιστατικά που λείπουν από την περιγραφή. Τα δικαιώματα αυτά διατηρούνται για τον ασφαλιστή, ακόμη και εάν δεν επέλθει ο κίνδυνος, ως συνέπεια για την παράβαση της σχετικής υποχρέωσης του λήπτη. Εάν ο κίνδυνος επέλθει πριν από την τροποποίηση της σύμβασης, ο ασφαλιστής δικαιούται να περιορίσει το ασφάλισμα που πρέπει να καταβάλλει, κατά την αναλογία των ασφαλίστρων που έχει εισπράξει, προς τα οφειλόμενα ασφάλιστρα.

Στο στάδιο αυτό και όσον αφορά στις ασφαλίσεις ζωής, που η σύμβαση συνάπτεται με βάση τις γραπτές ερωτήσεις που έθεσε ο ασφαλιστής στο λήπτη, εφόσον το ερωτηματολόγιο του ασφαλιστή συμπληρωθεί και συνοδεύει την αίτηση ασφάλισης, τεκμαίρεται ότι περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία. Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να επικαλεσθεί ατέλειες των απαντήσεων, εκτός εάν έγιναν από πρόθεση, η οποία πρέπει να αποδειχθεί και επίσης δεν μπορεί να επικαλεσθεί ότι ο λήπτης δεν ανακοίνωσε στοιχεία, τα οποία δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερωτήσεων.

Κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης, ο λήπτης οφείλει να ενημερώσει τον ασφαλιστή, για κάθε περιστατικό ή στοιχείο, που συνιστά επίταση του κινδύνου, δηλαδή αυξάνει κατ’ αντικειμενική κρίση τον κίνδυνο, σε βαθμό, που εάν ο ασφαλιστής το γνώριζε, ή δεν θα αναλάμβανε την κάλυψη του κινδύνου, ή θα την αναλάμβανε, με διαφορετικούς όμως όρους, όπως για παράδειγμα, με αυξημένο ασφάλιστρο.

Η γνωστοποίηση αυτή, πρέπει να γίνει από τον λήπτη προς τον ασφαλιστή, μέσα σε 14 ημέρες από τότε που ο λήπτης έλαβε γνώση της επίτασης του κινδύνου.

Ο ασφαλιστής, μόλις λάβει γνώση της επίτασης του κινδύνου, δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση ή να ζητήσει την τροποποίησή της.

Πρέπει εδώ να επισημανθεί ιδιαίτερα, ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του Ασφαλιστικού Νόμου, το ασφαλιστικό βάρος της γνωστοποίησης της επίτασης του κινδύνου, ισχύει μόνο στις ασφαλίσεις ζημιών και όχι στις ασφαλίσεις ζωής και ασθενειών.

Και αυτό, στο πλαίσιο της ευνοϊκότερης μεταχείρισης, που επιφυλάσσει ο Νόμος στις ασφαλίσεις ζωής και ασθενειών, δεδομένου ότι αυτό που ασφαλίζεται, δηλαδή η ζωή, η υγεία, η σωματική ακεραιότητα, είναι αγαθά σαφώς υπέρτερα των περιουσιακών αντικειμένων.

Στην περίπτωση που ο λήπτης παραβεί το συγκεκριμένο βάρος, είτε από δόλο είτε από αμέλεια και πάλι ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα είτε να καταγγείλει τη σύμβαση είτε να την τροποποιήσει, όπως και στην προηγούμενη ενότητα, στην παράβαση κατά τη σύναψη της σύμβασης.

Σημειώνουμε, ότι ο Νόμος ρυθμίζει μόνο το θέμα της γνωστοποίησης της επίτασης του κινδύνου στον ασφαλιστή, χωρίς να ρυθμίζει το εάν η επίταση οφείλεται σε υπαιτιότητα του λήπτη της ασφάλισης ή αθέτηση συμβατικής του υποχρέωσης. Επομένως, με την ασφαλιστική σύμβαση θα ρυθμιστεί, τόσο το ζήτημα λοιπόν των προϋποθέσεων κάτω από τις οποίες θα συνεχίζεται και σε ποια έκταση η ασφαλιστική κάλυψη, στην περίπτωση που η επίταση προκληθεί από το λήπτης της ασφάλισης, όσο και το ζήτημα της υποχρέωσης του λήπτη να μην προκαλεί επαύξηση του κινδύνου και των συνεπειών που θα επιφέρει η παράβαση αυτής της υποχρέωσης.

Μετά την επέλευση του κινδύνου, ο λήπτης οφείλει, καταρχήν, να κάνει καθετί δυνατό για να αποφευχθεί ή να μειωθεί η ζημιά και να ακολουθήσει τις οδηγίες του ασφαλιστή. Οφείλει να λειτουργήσει σαν να μην ήταν ασφαλισμένος και να προσπαθήσει να αποφύγει την περαιτέρω ζημιά ή να μειώσει τις συνέπειές της.

Τα δικαιολογημένα από τις περιστάσεις έξοδα, στα οποία τυχόν θα υποβληθεί ο λήπτης, βαρύνουν τον ασφαλιστή.

Παράλληλα, ο λήπτης οφείλει να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή μέσα σε 8 ημέρες από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και να του δώσει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα, που σχετίζονται με τις περιστάσεις και τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου.

Η ενημέρωση του λήπτη της ασφάλισης προς τον ασφαλιστή, ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, αποκαλείται αναγγελία της ζημιάς.

Γιάννης Εμμανουήλ

Τηλέφωνο επικοινωνίας: 6978656798

Με τη συνεχή γνώση και την εμπειρία δέκα ετών, έχω θεμελιώσει την επαγγελματική μου φιλοσοφία πάνω στο τρίπτυχο:

Φερεγγυότητα και αξιοπιστία της ασφαλιστικής εταιρείας.

Εμπιστοσύνη, ειλικρίνεια και επαγγελματισμός ασφαλιστικού συμβούλου.

Σωστή διαχείριση και αξιοποίηση ενός μέσο-μακροπρόθεσμα βιώσιμου ασφαλιστικού προγράμματος.

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email

Γιάννης Εμμανουήλ

Ασφαλιστικός Πράκτορας

Είναι πολλές οι πληροφορίες;

Σε ένα χωρίς δεσμεύσεις ραντεβού μπορώ να σας λύσω όλες τις απορίες και τους προβληματισμούς